ΑΡΗΣ ΛΑΛΙΩΤΗΣ Σικυώνος 2 Κιάτο

ττττ

ττττ
Εφαρμογές Διαχείρισης Δικτύου - «γαλάριζα»

Δευτέρα, 14 Οκτωβρίου 2013

Ελληνική Γαστρονομική Παράδοση

Η Ελλάδα τόπος πλούσιος σε ιστορία και πολιτιστική κληρονομιά δεν θα μπορούσε να μην είχε και λαμπρή γαστρονομική παράδοση.
Οι πληροφορίες για την Αρχαία Ελληνική διατροφή και κουζίνα γενικότερα, προέρχονται κυρίως από τους κλασικούς τραγωδούς και κωμωδιογράφους.
Η αρχαία ελληνική γαστρονομία είναι πλούσια σε κωδικοποιημένες τεχνικές ακριβώς όπως και η σημερινή.
Φυσικά όμως υπάρχουν και πολλές διαφορές όχι μόνο στις μεθόδους παρασκευής αλλά και στις πρώτες ύλες.

τα παντζάρια, το σπανάκι, τα πράσα, τα ραπανάκια, τα άγρια σπαράγγια, το σινάπι, το σκόρδο.
Στην αρχαία Ελλάδα δεν υπήρχαν τομάτες, καλαμπόκι, πιπεριές, μανταρίνια, πορτοκάλια και λεμόνια.
Τα φαγητά των αρχαίων Ελλήνων έμοιαζαν πολύ σε γεύση με τα σύγχρονα κινέζικα πιάτα. 
Οι γλυκόξινες σάλτσες και οι παρασκευές στις οποίες αναμιγνύονται κρέατα και θαλασσινά, που συναντώνται συχνά στην κινέζικη κουζίνα, μοιάζουν κατά πολύ στις γεύσεις των αρχαίων Ελλήνων.
Όλοι οι ερευνητές συμφωνούν ότι στους αρχαίους Έλληνες οφείλουμε την επινόηση του φούρνου, καθώς και την εξέλιξη των τεχνικών μαγειρικής και διαιτητικής.
Αυτοί ήταν οι πρώτοι που έδειξαν ενδιαφέρον για την ανάλυση των συστατικών των πρώτων υλών, με τα μέσα βέβαια που διέθεταν.
Ας δούμε λίγο πιο αναλυτικά τις διατροφικές συνήθειες των αρχαίων προγόνων μας.
 Οι οπαδοί του Πυθαγόρα (569 – 475 π.Χ.) απέφευγαν να καταναλώνουν οτιδήποτε είχε ζωή, για αυτούς τα λαχανικά ήταν η κύρια πηγή τροφής τους.
Γνωστά λαχανικά στην αρχαιότητα ήταν το μαρούλι, το αγγούρι, η αγκινάρα, , ο αρακάς,
τα βλίτα, οι κολοκύθες, τα κρεμμύδια, τα λάχανα, τα μανιτάρια,


Τα λαχανικά τα οποία κατανάλωναν οι αρχαίοι τα συνόδευαν με λαδόξυδο και διάφορα καρυκεύματα.
Τα όσπρια και τα δημητριακά αποτελούσαν την τροφή των φτωχών που ήταν αδύνατον να έχουν στη διάθεση τους το δυσεύρετο κρέας.
Τα όσπρια που υπήρχαν ήταν: τα κουκιά (κνάμοι), τα λούπινα (θέρμοι), τα μπιζέλια (πάθηροι), τα ρεβιθιά (ερεβίκοι) τα οποία και τρώγονταν ψημένα.
Οι φακές και τα φασόλια ήταν διαφορετικά από τα σημερινά και τρώγονταν σε μορφή πουρέ.
Οι πολύ φτωχοί τρέφονταν με κεχρί μυέλινης και μονόκοκκο σιτάρι.
Για να νοστιμίσουν της παρασκευές που έκαναν με αυτά τα απλά υλικά, είχαν επινοήσει διάφορους τρόπους μαγειρέματος με τη χρήση καρυκευμάτων και δημητριακών, με σκοπό να κάνουν τη ζύμη του ψωμιού πιο νόστιμη.
Τα καρυκεύματα της εποχής ήταν: ο δυόσμος, ο μάραθος, ο κορίανδρος, το σαφράν.
Στο ψωμί προσθέτανε λάδι, μέλι και τυρί για να συμπληρώσουν τη διατροφή τους και τη γεύση τους.
Ας σημειώσουμε ότι η ζάχαρη ήταν άγνωστη στον Αρχαίο κόσμο.
Η ύπαρξη της έγινε γνωστή στην Ελλάδα μετά την κατάκτηση της Ινδίας από τον Μέγα Αλέξανδρο.

Όπως είπαμε και πιο πριν το κρέας ήταν δυσεύρετο και καταναλώνονταν στις δημόσιες και ιδιωτικές γιορτές, καθώς και στα συμπόσια.
Κατά τη διάρκεια των συμποσίων συζητούσαν για την πολιτική, για τη φιλοσοφία, τις επιστήμες και για «τα της ζωής και της πόλης» γενικότερα.
Ένα από τα μεγάλα έργα του Πλάτωνα είναι το Συμπόσιο το οποίο αναφέρεται σε ένα τέτοιο συμπόσιο στο οποίο μετείχε και ο Σωκράτης (470 π.Χ. – 399 π.Χ.).

Στην πραγματικότητα τα συμπόσια ακολουθούσαν το κυρίως γεύμα.
Οι συζητήσεις που ακολουθούσαν διεξάγονταν με τη συνοδεία κρασιού (οίνος και νερό) και νωγαλευμάτων (τσιμπολογήματα, ξηρά φρούτα κ.α.).
Σε ένα συμπόσιο παρευρίσκονταν πάντα μουσικοί, κωμικοί και «γυναίκες».
Παρά τη μεγάλη κατανάλωση κρασιού η μέθη θεωρούνταν κακή συμπεριφορά. Σε τέτοιες περιπτώσεις προτεινόμενο φάρμακο ήταν το λάχανο και ο ύπνος.

Βέβαια μεγάλες ποσότητες κρέατος καταναλώνονταν και από τους Ομηρικούς ήρωες.
Οι κύριες μορφές κρέατος που υπήρχαν ήταν: πουλιά, κουνέλια, λαγοί, αγριόχοιροι, αγριοκάτσικα, ελάφια, κότες.
Υπήρχαν διάφορες μορφές παρασκευής όπως ψητά στο φούρνο, στη σούβλα, βραστά, πάντα με πολλά καρυκεύματα και με συνοδεία λαχανικών.
Στην Αττική το κρέας ήταν σπανιότερο από ότι στη Βοιωτία, με αποτέλεσμα οι Βοιωτοί να έχουν συχνότερα κρέας στο τραπέζι τους.
Οι Αθηναίοι πολλές φορές χρησιμοποιούσαν την λέξη Βοιωτός προσβλητικά, οδηγούμενοι από τη ζήλια τους για το πλουσιότερο τραπέζι των γειτόνων τους.

Αναφορικά με το κρέας το αγριογούρουνο ήταν εκλεκτό έδεσμα, από το οποίο όμως δεν έτρωγαν ποτέ τα μυαλά.
Τα μικρά πουλιά, τις τσίχλες τις έτρωγαν αφού τις είχαν μαρινάρει σε ευωδιαστό λάδι και παραγεμίσει με διάφορα καρυκεύματα, τεχνική που ακολουθούν ακόμη και σήμερα σε πολλές περιοχές της Μάνης.

Οι κρητικοί κοχλιοί (σαλιγκάρια) ήταν εκλεκτό έδεσμα της μινωικής αλλά και της σημερινής Κρήτης.
Το κρασί, τα σιτηρά και το ελαιόλαδο αποτελούσαν την Αγία Τριάδα του μινωικού και μυκηναϊκού διατροφολογίου. Τα οποία και τα αποθήκευαν σχολαστικά σε πήλινα δοχεία καταγράφοντας χρονολογίες αποθήκευσης και είδος σε πήλινες πλάκες σε γραμμική β’.

Ο Μινωικός (2000 π.Χ. εποχή του χαλκού) και Μυκηναϊκός (1000 – 500 π.Χ.) πολιτισμός αναπτύχθηκε πολύ γρήγορα εξαιτίας της έντονης και πετυχημένης εμπορικής δραστηριότητας με άλλους λαούς όπως οι Αιγύπτιοι, οι Ασσύριοι.
Σε αιγυπτιακές τοιχογραφίες μπορούμε να διακρίνουμε Κρήτες να προσφέρουν στους Φαραώ αμφορείς με κρασί και αρωματισμένα λάδια.
Ο Όμηρος περιγράφει τις πλούσιες αποθήκες του Οδυσσέα όπου αποθηκεύονταν τα τρόφιμα σε πολυτελείς χρυσοχάλκινες στάμνες στοιβαγμένες σε σειρά.

Σε γενικές γραμμές οι αρχαίοι προτιμούσαν περισσότερο τα ψάρια και τα θαλασσινά από τα κρέατα.
Κυρίως παστά λιπαρά ψάρια όπως το σκουμπρί, το χέλι κ.α. Οι σαρδέλες και το κριθαρένιο ψωμί ήταν η τροφή των πιο φτωχών.

Τα φρούτα που λάτρευαν οι αρχαίοι ήταν το άγριο αχλάδι ( άχρας), το αχλάδι (άπας), το δαμάσκηνο, το κεράσι, το κυδώνι, τα μούρα, τα πεπόνια, τα καρπούζια, τα ρόδια, τα σταφύλια, το σύκο το οποίο και ήταν το πολυτιμότερο φρούτο της αρχαίας Μεσογείου.
Αργότερα προστέθηκαν και τα ροδάκινα (περσικά), τα μήλα, τα βερίκοκα και τα κίτρα.

Υπήρχαν βέβαια και οι ξηροί καρποί όπως τα αμύγδαλα, τα καρύδια, τα φουντούκια, τα κάστανα οι σταφίδες και τα ξηρά σύκα.

Οι εντυπωσιακές αυτές πληροφορίες γύρω από τη διατροφή των αρχαίων μας προγόνων, μαρτυρούν την αγάπη των ελλήνων για τη συνεχή εξέλιξη των διατροφικών μας συνηθειών.